Συνεντεύξεις

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ  1/8/86

Τα τραγούδια σήμερα και η επικοινωνία
Μιλά στο «Ρ» ο Τάσος Γκρούς, α’ βραβείο σύνθεσης στο Φεστιβάλ Ιθάκης

Κάποια στιγμή θα μπει στο σπίτι μας. Θάναι και η πρώτη, πιο πλατιά επαφή του με το κοινό, μια και το ραδιόφωνο και η τηλεόραση είναι μαζικά μέσα ενημέρωσης. Αυτό, άλλωστε, επεδίωξε και με τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ Ιθάκης ο Τάσος Γκρούς (α’ βραβείο σύνθεσης). Την μεγαλύτερη επικοινωνία.
Και μείς που σήμερα φιλοξενούμε αυτό το νέο μουσικό πρόσωπο, πριν ακόμα εισχωρήσει  απ’ την οθόνη της ΤV στο σπίτι μας ή απ’ το ραδιόφωνό μας σας περιγράφουμε τη μουσική του: Τραγούδια σε ποίηση των Γιώργου Mπασδέκη, Στέλιου Καραγιάννη και σε ποίηση Πωλ Ελυάρ. Τραγούδια στο ύφος της μπαλάντας, με κύρια χαρακτηριστικά τη μελωδία, την ευαισθησία και την υψηλή αισθητική του δημιουργού τους. Ακούγοντας τον Τάσο Γκρούς να ερμηνεύει τα  τραγούδια του, σκεφτόμασταν για μια ακόμη φορά ότι η αξιοκρατία δεν είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί αν και καλύτερος από πολλούς άλλους τραγουδοποιούς που κάνουν δισκογραφική καριέρα σήμερα, μπορεί να μην γίνει ποτέ (πέρα από ένα περιορισμένο κύκλο ανθρώπων) γνωστός. Το γιατί φαίνεται ξεκάθαρα κι απ’ τη συνέντευξη που ακολουθεί.

– Γράφεις από το ’68 μουσική. Όλα αυτά τα χρόνια, είχες επαφή με το κοινό;
«Είχα πολλές επαφές και στην Ιταλία, όπου σπούδαζα ιχθυολόγος από το `70 ως το `79 αλλά και εδώ μετά τη δικτατορία. Και πάντα παρουσίαζα και δικές μου δουλειές. Μελοποιημένη ποίηση του Βάρναλη του Ρίτσου του Βαπτσάρωφ μέχρι και Πανσέλληνου.

– Και δεν σκέφτηκες να ασχοληθείς επαγγελματικά με το τραγούδι;
«Καταρχήν, μουσική άρχισα να μαθαίνω από δώδεκα χρονών. Αν συνέχισα και συνεχίζω είναι γιατί το τραγούδι είναι κάτι από τον εαυτό μου. Σ’ όλη αυτή την πορεία, ήταν επόμενο να σκεφτώ να ασχοληθώ επαγγελματικά. Μόνο που, όταν γνώρισα το κύκλωμα κι είδα τι γίνεται, έφυγα όσο γίνεται πιο μακριά του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν με ενδιαφέρει να βγάζω τη δουλειά μου προς τον κόσμο. Και το ’κανα και το κάνω με κάθε ευκαιρία μέσα από πολιτιστικές εκδηλώσεις συλλόγων κλπ.
Και φυσικά με ενδιαφέρει πάντα ο δίσκος, γιατί σου δίνει τη δυνατότητα επικοινωνίας με ένα μεγαλύτερο κοινό. Αλλά δίσκος σημαίνει και δισκογραφικές εταιρίες άρα και συγκεκριμένη πολιτική. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαν αυτή τη στιγμή π.χ. να παρουσιάσουν μια δουλειά δικιά μου. Γιατί από τη μια υπάρχει η πραγματικότητα της ζωής μας, που είναι απολύσεις, ανεργία, ακρίβεια και απ’ την άλλη είναι τα τραγούδια που προωθούν οι εταιρείες, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και που κάθε άλλο παρά εκφράζουν αυτή την πραγματικότητα. Ακριβώς όμως, επειδή υπάρχει κούραση στον κόσμο απ’ αυτά τα «προσφερόμενα» τραγούδια δεν αποκλείεται κάποια στιγμή για λόγους μάρκετινγκ να αλλάξουν τακτική οι εταιρίες και να βγάλω κι εγώ κανένα δίσκο, όπως και πολλοί άλλοι. Αν υπήρχε, όμως, ένα κίνημα να προωθεί έξω απ’ αυτά τα κυκλώματα, διαφορετικές δουλειές, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Αυτό το θέμα πρέπει να απασχολήσει τους καλλιτέχνες και πολύ σοβαρά σήμερα».

– Επιμένεις στη μελοποιημένη ποίηση, τη στιγμή που σήμερα κυριαρχεί ο στίχος. Και μάλιστα ένας στίχος επίπεδος, χωρίς το στοιχείο της ποίησης και φυσικά όπως είπες και εσύ, εκτός πραγματικότητας, εκτός εποχής.
«Ακριβώς, επειδή δεν έχω επαγγελματικό πρόβλημα, άρα και δεσμεύσεις, δεν αναγκάζομαι να κάνω υποχωρήσεις ή να γράφω στο καλούπι της πολιτικής των εταιριών. Άλλωστε, βλέπω ότι και ο κόσμος μ’ όλες τις κατά καιρούς μουσικές μόδες δεν εκφράστηκε. Ξεθύμανε μόνο. Το ζητούμενο για μένα σήμερα είναι το πώς μέσα από τη συνύπαρξη διαφόρων μουσικών ρευμάτων, που έχουν αφήσει ρίζες, μπορεί να γεννηθεί κάτι καινούργιο και προοδευτικό, που θα εκφράσει την πραγματικότητα του σήμερα τόσο μέσα απ’ το στίχο όσο και μέσα απ’ τη μουσική. Σίγουρα, οι διεργασίες που θα γεννήσουν το καινούργιό ήδη γίνονται».

– Και οι διαγωνισμοί, όπως αυτός του Φεστιβάλ Ιθάκης, πιστεύεις ότι συμβάλλουν σε τίποτα; Προσφέρουν;
«Τίποτα άλλο, εκτός απ’ ότι είναι «βήμα» παρουσίασης νέων καλλιτεχνών. Μόνο αυτό το σκοπό κρίνω σαν θετικό. Το βραβείο του φεστιβάλ δεν με ενδιέφερε, γιατί αμφισβητώ το με ποια κριτήρια θα κρίνουν τον κάθε συνθέτη. Αν πήγα ήταν γιατί θα είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω τη δουλειά μου και μέσα από την τηλεόραση, που καλύπτει το φεστιβάλ. Το ότι κέρδισα το πρώτο βραβείο δεν σημαίνει ότι είμαι καλός ή καλύτερος από άλλους. Ο κόσμος θα δει τι γίνεται. Κι αυτό λέω. Όσο κι αν προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν, να αλλοτριώσουν το κριτήριο του κόσμου, εμείς να τον εμπιστευτούμε, να τον πλησιάσουμε και μέσα από το τι σκέφτεται ο κόσμος να αρχίσουμε να γράφουμε, εκφράζοντας και τον εαυτό μας και την πραγματικότητα.
Από κει και ύστερα, τα φεστιβάλ είναι και μια βιτρίνα, που έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Είναι συγκλονιστικό το ότι ένα αγοράκι στην Ιθάκη κατάπιε ένα πλαστικό και μετά από τέσσερις ώρες αγώνα πνίγηκε, επειδή δεν μπορούσε να το βοηθήσει κάνείς. Επειδή δεν υπήρχε ιατρική υποδομή. Όλο αυτό το θέαμα, του πώς έρχεται ο θάνατος σ’ ένα αβοήθητο παιδί, έρχεται σε αντίθεση με τη βιτρίνα του φεστιβάλ. Εδώ, φαίνονται τα προβλήματα. Πού στηριζόμαστε κάθε φορά; Τι προωθούμε; Πού είναι η υποδομή; Ποιες δυνατότητες δίνει η πολιτεία στους καλλιτέχνες για παραγωγή καλλιτεχνικού έργου; Πού είναι η καλλιτεχνική παιδεία;»

δίφωνο
τεύχος 82, ΙΟΥΛΙΟΣ 2002

 ΤΑΣΟΣ ΓΚΡΟΥΣ
«Η ελληνική δισκογραφία την έχει πατήσει …»

Ο ΤΑΣΟΣ ΓΚΡΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ…
ΧΩΡΙΣ ΝΕΕΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΑΛΛΑ ΜΕ ΛΟΓΟ ΠΟΥ ΣΠΑΕΙ ΚΟΚΚΑΛΑ.
ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΤΕΛΜΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ. ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΕ, ΛΕΕΙ, ΝΑ ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ.
ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟ.
ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΝΑ ΑΡΘΡΩΣΟΥΝ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΨΟΥΝ ΝΑ ΚΛΑΙΝΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥΣ ΦΟΡΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ ΣΕ ΞΕΝΕΣ ΜΟΝΟ ΠΛΑΤΕΣ.
Η ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΑΣ ΞΕΚΙΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΘΕΤΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ, ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΠΙΤΥΧΙΩΝ ΝΑ ΜΑΣ ΞΕΝΑΓΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ.

Του Αλέξανδρου Στεφόπουλου

Η πρώτη επαφή με τα τραγούδια ήταν μελοποιήσεις ποιητών γύρω στα δεκαέξι μου. Αυτό έγινε εντονότερο το διάστημα που έφυγα για την Ιταλία, όπου, εκ των πραγμάτων, μόνο τα ποιητικά κείμενα με έφερναν σε επαφή με το λόγο. Αποκορύφωμα αυτής της λειτουργίας είναι μια όπερα που έχω κάνει σε κείμενα του Μπρεχτ. Ελπίζω κάποια στιγμή να εκδοθεί.
Πρώτη φορά που παρουσιάζομαι στα μουσικά δρώμενα είναι στο φεστιβάλ της Ιθάκης, αν θυμάμαι καλά το 1986.Πήρα το πρώτο βραβείο στη σύνθεση. Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίζομαι με το δίσκο Μορφές, που εκδόθηκε το 1988. Το 1991 εκδίδεται το Λέξεις Μυστικές και το 1994 το Καινούργια Ρούχα. Ακολούθησαν οι συνεργασίες με τον Μανώλη Λιδάκη, ο δίσκος Του Πόθου Και Του Πάθους με τον Μιχάλη Δημητριάδη, οι συνεργασίες με την Αργυρώ Καπαρού, την Ερωφiλη κ.α.

Μίλησέ μου για το Λέξεις Μυστικές και τη συνάντησή σου με τον Μάνο Χατζιδάκι.
Για εμένα ήταν ευτυχής συγκυρία που έγινε αυτή η δουλειά. Εκεί βρίσκεται και η πρώτη εκτέλεση της Χαλκίδας, η οποία αργότερα έγινε γνωστή με τη δεύτερη εκτέλεση από τον Μανώλη Λιδάκη. Είναι ένας δίσκος που περιέχει τόσο το λαϊκό όσο και το λυρικό στοιχείο. Το σημαντικό για εμένα ήταν ότι αυτά τα τραγούδια τα αγκάλιασε ο Μάνος Χατζιδάκις και τα εξέδωσε στον Σείριο. Επίσης, ότι για δυο-τρία από αυτά έλεγε πως θα ήθελε να τα είχε γράψει εκείνος τόσο πολύ του άρεσαν. Η εξαιρετική ενορχήστρωση έγινε από τον Θόδωρο Αναστασίου και η ερμηνεία από τον Κωνσταντίνο Χατζημιχάλη.

Ας αφήσουμε τώρα τα της προσωπικής δημιουργίας και ας μιλήσουμε γενικότερα για την ελληνική δισκογραφία σήμερα.
Εδώ μπορεί να πικράνω μερικούς. Θεωρώ όμως ότι, όταν έχεις άποψη, οφείλεις ευθαρσώς να τη δημοσιοποιείς, αναλαμβάνοντας και την όποια ευθύνη προκύπτει. Λέω λοιπόν πως η κατάσταση δεν απέχει πολύ από το τέλμα. Κατ’ αρχήν, αυτό έχει να κάνει με την ίδια τη φύση και τη λογική των εταιρειών, οι οποίες λειτουργούν βάσει του κέρδους και της εμπορικότητας.

Αυτό δεν είναι κατανοητό;
Κατανοητότατο. Έτσι λειτουργούν πάντα οι εταιρείες. Το δεύτερο όμως και το πιο ουσιαστικό για εμένα είναι πως οι παραγωγοί των εταιρειών προσανατολίζουν τα πράγματα σε αυτή την κατεύθυνση και εγκλωβίζουν τους δημιουργούς σε κάποια πρότυπα. Στην ουσία, αυτοί έφτιαξαν το μοντέλο των τροβαδούρων, όπου ο δημιουργός γράφει τους στίχους, τη μουσική και ερμηνεύει τα τραγούδια του. Αυτό είναι κέρδος για τις εταιρείες. Έχουν δηλαδή τρία σε ένα. Έτσι εξαφανίστηκαν οι συνθέτες και οι στιχουργοί. Οι εξαιρέσεις ακριβώς αυτό επιβεβαιώνουν. Βεβαίως, δεν θέλω να πω πως δεν έγιναν και ωραία έως σπουδαία πράγματα. Ωστόσο, όλο το πράγμα εγκλωβίστηκε εκεί. Πού είναι σήμερα οι δημιουργοί του βεληνεκούς του Θεοδωράκη, του Γκάτσου, του Χατζιδάκι, της Παπαγιαννοπούλου και τόσων άλλων;

Μου λες δηλαδή, Τάσο, πως στην ουσία έχουμε έλλειψη επικοινωνιακού λόγου στο τραγούδι.
Ακριβώς. Γι’ αυτόν το λόγο σήμερα δεν έχουμε μουσικά έργα. Σήμερα έχουμε κομμάτια έργων, τα οποία κι αυτά όσο πάει φθίνουν. Αυτός είναι ο ουσιαστικός λόγος που η ελληνική δισκογραφία την έχει πατήσει.

Αναρωτιέμαι, την ευθύνη έχουν μόνο οι εταιρείες και οι παραγωγοί;
Όχι βέβαια. Μεγάλη ευθύνη φέρουν και οι δημιουργοί, οι οποίοι από ένα σημείο κι ύστερα βολεύτηκαν με τούτη τη λογική. Και αυτό έγινε μέχρι και μόδα: αυτό περνάει, αυτό κάνουμε.

Το κεφάλαιο τραγουδιστής τι ρόλο παίζει;
Ανέκαθεν έπαιζε το ρόλο που παίζει και σήμερα. Πάντα αυτόν πλασάριζαν οι εταιρείες, με εξαίρεση την περίοδο του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, όπου εκεί πήρε λίγο επάνω του το σόι των συνθετών. Οι στιχουργοί ήταν πάντα στη σκιά. Αυτό φταίει κατά τη γνώμη μου που στην εποχή μας δεν γράφονται ολοκληρωμένα έργα. Σκόρπια τραγούδια βρίσκεις. Πες μου όμως ένα δίσκο που να αφήνει την αίσθηση του Άξιον Εστί ή του Μεγάλου Ερωτικού. Και δεν αναφέρομαι τόσο στην αξία αυτών των έργων, που είναι δεδομένη έτσι κι αλλιώς, όσο στο χτίσιμό τους. Έχουν αρχή, μέση και τέλος. Έχουν συνάφεια και συνομιλία οι μουσικές τους και τα κείμενά τους.

Μια βασική παράμετρος για να φτιάξει κάποιος ένα τραγούδι σήμερα είναι η χρονική διάρκειά του. Πώς το κρίνεις;
Ακατανόητο και απαράδεκτο. Έτσι φτιάχνουμε σλόγκαν, όχι τραγούδια. Αν ένα τραγούδι χρειάζεται το ίδιο να διαρκεί ένα λεπτό, τότε να διαρκεί. Αν όμως χρειάζεται να διαρκεί δέκα ή δεκαπέντε, τότε οφείλουμε εμείς οι δημιουργοί να του δώσουμε χώρο και χρόνο να ανθήσει. Αυτή η παράμετρος είναι ακόμη ένας λόγος που μας οδηγεί στο τέλμα. Εν κατακλείδι, οι εταιρείες κάνουν τη δουλειά τους. Το θέμα για εμένα είναι τι κάνουμε εμείς οι δημιουργοί. Μου φαντάζει παράλογο να καθόμαστε να κλαίμε τη μοίρα μας, να το παίζουμε θύματα και να τα φορτώνουμε όλα στις εταιρείες. Εγώ τουλάχιστον δεν δίνω άλλοθι σε κανέναν ούτε και σε εμένα τον ίδιο. Το ερώτημα που τίθεται αμείλικτα είναι: έχουμε ανάγκη να γράψουμε καλό τραγούδι ή έχουμε ανάγκη να τα κονομήσουμε;

Ποια είναι η δική σου δημιουργική στάση απέναντι σε όλα αυτά, δεδομένου ότι και εσύ έχεις δώσει κάποια τραγούδια από δω κι από κει;
Αποδέχομαι τις ευθύνες μου, στο μέτρο που μου αναλογούν. Εγώ όμως έχω έτοιμες ολοκληρωμένες δουλειές. Δεν μου έδωσαν σχεδόν ποτέ τη δυνατότητα να τις εκδώσω, αν και προσπάθησα για αυτό πολλές φορές. Θα ξαναπροσπαθήσω και θα δούμε.